συγκλείω

συγκλείω
+ V 4-9-9-8-14=44 Gn 16,2; 20,18(bis); Ex 14,3; Jos 6,1
A: to shut up, to confine [τινα] Ps 30(31),9; to shut, to close [τι] Gn 20,18; to shut in [τινα] Ex 14,3; to shut up, to encircle (a city) [τι] Jos 6,1; to besiege [τι] Ez 4,3; to restrain sb from sth [τινά τινος] Gn 16,2; to hedge in sb [κατά τινος] Jb 3,23; to consign sb to sth [τινα εἴς τι] Ps 77(78),50; to complete [τι] 1 Kgs 11,27
P: to be closed Mal 1,10; to be shut in together 1 Ezr 9,16; to be straitened Prv 4,12
ὁ συγκλείων smith 2 Kgs 24,14; ὑπὸ τῆς ὥρας συγκλειόμενοι obliged by lack of time 2 Mc 8,25; σκεύη χρυσίῳ συγκεκλεισμένα vessels overlaid with (a plate of) gold 1 Kgs 10,21
Cf. GEHMAN 1966=1972 107; HARL 1999 107; →TWNT

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • συγκλείω — shut pres subj act 1st sg συγκλείω shut pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκλείω — ΝΜΑ, και ιων. τ. συγκληΐω και αττ. τ. ξυγκλῄω Α [κλείω / κλῄω] κλείνω μαζί αρχ. 1. κλείνω μέσα, περικλείω («αἱ συγκλείουσαι πλευραὶ τὸ στήθος», Αριστοτ.) 2. περιλαμβάνω («συγκλείειν θεούς τῇ ὕλη», Πλούτ.) 3. αποκλείω, φράζω («[ἡ πολεμία] ξυνέκληε …   Dictionary of Greek

  • συγκεκληιμένον — συγκλείω shut perf part mp masc acc sg (attic) συγκλείω shut perf part mp neut nom/voc/acc sg (attic) συγκεκληῑμένον , συγκλείω shut perf part mp masc acc sg (epic ionic) συγκεκληῑμένον , συγκλείω shut perf part mp neut nom/voc/acc sg (epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκληίουσι — συγκλείω shut pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) συγκλείω shut pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) συγκληί̱ουσι , συγκλείω shut pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) συγκληί̱ουσι , συγκλείω shut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεκλήιον — συγκλείω shut imperf ind act 3rd pl (attic) συγκλείω shut imperf ind act 1st sg (attic) συνεκλήῑον , συγκλείω shut imperf ind act 3rd pl (epic ionic) συνεκλήῑον , συγκλείω shut imperf ind act 1st sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκεκλεισμένα — συγκλείω shut perf part mp neut nom/voc/acc pl συγκεκλεισμένᾱ , συγκλείω shut perf part mp fem nom/voc/acc dual συγκεκλεισμένᾱ , συγκλείω shut perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκλείεσθε — συγκλείω shut pres imperat mp 2nd pl συγκλείω shut pres ind mp 2nd pl συγκλείω shut imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκλείσουσι — συγκλείω shut aor subj act 3rd pl (epic) συγκλείω shut fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) συγκλείω shut fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκλείσουσιν — συγκλείω shut aor subj act 3rd pl (epic) συγκλείω shut fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) συγκλείω shut fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκλείσω — συγκλείω shut aor subj act 1st sg συγκλείω shut fut ind act 1st sg συγκλείω shut aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκλείῃ — συγκλείω shut pres subj mp 2nd sg συγκλείω shut pres ind mp 2nd sg συγκλείω shut pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”